Ταμασός

Η Ταμασός, ήταν τότε σημαντική αρχαία πόλη – βασίλειο της Κύπρου. Βρισκόταν στο κεντρικό τμήμα του νησιού, στην περιοχή του σημερινού χωριού Πολιτικό, περίπου 21 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Λευκωσίας. Η πόλη γνώρισε ακμή κυρίως λόγω εκμετάλλευσης των μεταλλείων της περιοχής της, αλλά επέζησε και μετά το τέλος της Αρχαιότητας. Ας δούμε στη συνέχεια τον αρχαιολογικό αυτό χώρο καθώς και την ιστορία της αρχαίας αυτής πολιτείας.
Ο αρχαιολογικός χώρος
Δεν έχουν γίνει μέχρι σήμερα μεγάλης έκτασης αρχαιολογικές ανασκαφές στον χώρο της αρχαίας Ταμασού, γιατί το κέντρο της πόλης, εκεί όπου υπολογίζεται ότι υπήρχαν τα δημόσια κτίρια και διάφορα ιερά, βρίσκεται κάτω από το σημερινό χωριό Πολιτικό και το διπλανό μοναστήρι του Αγίου Ηρακλειδίου. Κατά καιρούς βρέθηκαν στην ευρύτερη περιοχή πολλές αρχαιότητες. Ανασκαφές έγιναν κατά την δεκαετία 1970-1980 που είχαν ως αποτέλεσμα την ανακάλυψη τμήματος της πόλης των Αρχαϊκών, Κλασσικών και Ελληνιστικών χρόνων.
Τα ορατά σήμερα τμήματα του μεγάλου όσο και σημαντικού αυτού αρχαιολογικού χώρου είναι η περιοχή του ιερού της Αφροδίτης και το τμήμα της πόλης που απεκαλύφθη το 1970-80, οι δύο μεγαλόπρεποι βασιλικοί τάφοι, καθώς και μερικοί άλλοι τάφοι.
Τα κατάλοιπα του αποκαλυφθέντος μικρού τμήματος της πόλης περιλαμβάνουν ιερό αφιερωμένο στην Αφροδίτη, μέρος των οχυρώσεων και εγκαταστάσεις επεξεργασίας του χαλκού. Στον χώρο του ιερού της Αφροδίτης βρέθηκε βωμός από ακατέργαστους ασβεστόλιθους, μαζί με διάφορα αφιερωματικά αγγεία, θυμιατήρια και λύχνους. Βρέθηκαν επίσης πήλινα και πέτρινα αγαλματίδια.
Σε μικρή απόσταση στα βορειοανατολικά του ιερού της Αφροδίτης (και στα βορειοανατολικά του χωριού Πολιτικό), βρίσκεται η λεγόμενη βασιλική νεκρόπολη της Ταμασού.

Εκτός από τη βασιλική νεκρόπολη της Ταμασού με τους δυο μεγαλόπρεπους κτιστούς τάφους, τρία τουλάχιστον άλλα νεκροταφεία βρίσκονται στην περιοχή. Ένα της εποχής του Χαλκού, ένα των Αρχαϊκών χρόνων και ένα τρίτο των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων.

Το νεκροταφείο της εποχής του Χαλκού βρίσκεται πιθανότατα, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, κάτω από το σημερινό χωριό, κοντά στο ύψωμα Λαμπέρτης (που βρίσκεται στα νοτιοανατολικά του χωριού Πολιτικό)
Στην ίδια περιοχή, και στα νοτιοδυτικά του μοναστηριού του Αγίου Ηρακλειδίου, ανασκάφτηκε το 1963 κι ένας τάφος της Μέσης εποχής του Χαλκού. Δεύτερος τάφος, της Ύστερης εποχής του Χαλκού, ανασκάφηκε στα νοτιοανατολικά του μοναστηριού και μεταξύ αυτού και του υψώματος Λαμπέρτης.
Το νεκροταφείο των Αρχαϊκών χρόνων βρίσκεται πιο μακριά, στα βορειοδυτικά του χωριού Πολιτικό, σε τοποθεσία μεταξύ των δύο ποταμών της περιοχής.
Το νεκροταφείο των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων βρίσκεται στην πλαγιά βορειοδυτικά του χωριού Πολιτικό, στην περιοχή όπου βρισκόταν το μοναστήρι του Αγίου Μνάσωνος.
Αρκετά ιερά φαίνεται ότι υπήρχαν και γύρω από την αρχαία πόλη της Ταμασού,. Ειδικότερα αναφέρουμε ένα κολοσσιαίο πήλινο άγαλμα των Αρχαϊκών χρόνων, όπως και το περίφημο ορειχάλκινο άγαλμα του Απόλλωνα.
Σημαντικά μνημεία της περιοχής, θεωρούνται, τα μοναστήρια του Αγίου Ηρακλειδίου, και Αγίου Μνάσωνος

Ιστορία της πόλης
Δεν σώζεται οποιαδήποτε αρχαία παράδοση που να μαρτυρεί για την ίδρυση της Ταμασού σε αντίθεση προς τις άλλες σημαντικές αρχαίες πόλεις- βασίλεια της Κύπρου.
Από τα διάφορα κατάλοιπα που έχουν μέχρι τώρα ερευνηθεί, η περιοχή της Ταμασού φαίνεται να ήταν κατοικημένη από τα Προϊστορικά χρόνια, και μάλιστα από τη Χαλκολιθική εποχή. Ωστόσο η ευρύτερη περιοχή της Ταμασού (εκτεινόμενη και στις περιοχές χωριών όπως τα Καμπιά,, το Μαρκί, ο Κοτσιάτης , ο Μαθιάτης) ήταν αρκετά πυκνοκατοικημένη, κατά την Πρώιμη εποχή του Χαλκού και ύστερα. Στην ίδια την Ταμασό μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ο πληθυσμός αυξήθηκε ραγδαία και αυτό ενισχύθηκε λόγω της έναρξης και εντατικής εκμετάλλευσης του χαλκού από τα πλούσια μεταλλεία της περιοχής. Στην Ύστερη εποχή του Χαλκού χρονολογούνται τάφοι, όπως και εγκαταστάσεις επεξεργασίας του χαλκού που έχουν βρεθεί στην Ταμασό.

Ανεξάρτητα από το αν υπήρχε στην περιοχή παλαιότερος μικρός οικισμός (ή οικισμοί) αγροτών, η πόλη ιδρύθηκε μετά την ανακάλυψη και εκμετάλλευση του χαλκού. Στους αιώνες που ακολούθησαν η πόλη βάσισε την οικονομία και ευημερία της κατά κύριο λόγο στο προϊόν αυτό της γης της, δηλαδή στον χαλκό. Η παλαιότερη γραπτή αναφορά στην πόλη που με βεβαιότητα φανερώνει την ύπαρξη της , απαντάται στον Όμηρο στην Οδύσσεια, (Α, 184). Η συσχέτιση, της Τεμέσης με τον χαλκό αποτελεί ισχυρό στοιχείο υπόθεσης ότι αυτή ήταν η Ταμασός.

Ο Ευστάθιος αναφέρει κυπριακή χαλκοφόρο πόλη Τεμέσην:
…«Εστι δε και Κύπρου πόλις Τεμέση κατά τινας, χαλκοφόρος και αυτή…»

Οι δύο σωζόμενοι βασιλικοί τάφοι της Ταμασού είναι ενδεικτικοί του πλούτου της πόλης και των αρχόντων της (πάντοτε λόγω της εκμετάλλευσης των μεταλλείων της περιοχής) κατά την Αρχαϊκή περίοδο. Το περίφημο, εξ’ άλλου, υπερφυσικό ορειχάλκινο άγαλμα του Απόλλωνος (από το οποίο σώζεται μόνο το εξαίρετης τέχνης κεφάλι ) που βρέθηκε στην περιοχή, είναι και πάλι ενδεικτικό του πλούτου της πόλης. Γιατί τέτοια πολύτιμα και μεγάλα αγάλματα ασφαλώς θα προϋπέθεταν και λαμπρά ιερά στα οποία τοποθετούντο, κι όλα αυτά σήμαιναν και μεγάλες οικονομικές δαπάνες, που για να γίνουν σήμαινε ότι υπήρχε οικονομική άνεση.

Είναι γνωστό από τις μέχρι τώρα ανασκαφές ότι η πόλη περιβαλλόταν από ισχυρά τείχη κατά την Αρχαϊκή περίοδο. Μεταξύ των δημοσίων οικοδομημάτων της περιλαμβάνονταν οι ναοί της Αφροδίτης και της Κυβέλης (Μητέρας των Θεών). Για τη λατρεία της δεύτερης υπάρχει επιγραφική μαρτυρία. Για τη λατρεία της Αφροδίτης στην Ταμασό, εκτός από την αποκάλυψη του ναού της, έχουμε και φιλολογικές αναφορές. Το ίδιο ισχύει και για τη λατρεία άλλων ελληνικών θεοτήτων όπως ο Απόλλων, ο Ασκληπιός και ο Διόνυσος.

Την ίδια την Ταμασό, ως πόλη της Κύπρου, μνημονεύουν διάφοροι συγγραφείς όπως ο Κλαύδιος Πτολεμαίος, ο Στέφανος Βυζάντιος, που γράφει ότι είναι πόλη εν μεσογεία (στο εσωτερικό του νησιού) με εξαίρετο χαλκό.

Η Ταμασός, ευρισκόμενη στο εσωτερικό του νησιού και βέβαια χωρίς λιμάνι, δεν φαίνεται να έφθασε ποτέ την αίγλη άλλων πόλεων όπως , η Σαλαμίνα και η Πάφος. Ούτε και θα είχε τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα των παραλιακών πόλεων του νησιού. Ήταν περισσότερο «βιομηχανική» πόλη με οργασμό εργασίας στα μεταλλεία της και στα εργαστήρια επεξεργασίας του χαλκού, χωρίς να της λείπει και ο έντονος γεωργοκτηνοτροφικός χαρακτήρας. Διότι η πόλη βρισκόταν κτισμένη όχι μόνο κοντά σε πλούσια μεταλλεία αλλά και σε μια εύφορη περιοχή με κυρίαρχο χαρακτηριστικό τοπίου τον ποταμό Πηδκιά (Πεδιαίον) και άλλους μικρότερους παραπόταμους. Το τοπίο είναι εντυπωσιακό και σήμερα ακόμη, και η γη εξακολουθεί να είναι εύφορη.

Λαμβάνοντας υπόψη ελληνικές θεότητες που λατρεύονταν στην περιοχή, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι κυρίαρχο στοιχείο στην πόλη ήταν το ελληνικό.
Ο βασιλιάς της Ταμασού Πασίκυπρος αναφέρεται ότι πώλησε το βασίλειο του στους Φοίνικες του Κιτίου για 50 τάλαντα.
Παίρνοντας τα χρήματα, πήγε να περάσει τα γηρατειά του στην Αμαθούντα. Την ίδια πόλη, λέγει ο Αθήναιος, δώρισε λίγο αργότερα ο Μέγας Αλέξανδρος στον Πνυταγόρα, τον βασιλιά της Σαλαμίνος, γιατί τον είχε βοηθήσει στην πολιορκία και άλωση της Τύρου.
Αργότερα η πόλη περιήλθε στο βασίλειο της Σαλαμίνος μαζί με τα μεταλλεία της. Έτσι κατά τα Ελληνιστικά χρόνια, ακολουθώντας τη Ρωμαϊκή περίοδο, σημασία εξακολουθούσαν να έχουν περισσότερο τα μεταλλεία της Ταμασού παρά η ίδια η πόλη.

Κατά την αρχή των Ελληνιστικών χρόνων παρατηρείται και πάλι ανοικοδόμηση του ναού της Αφροδίτης και ίσως και άλλων δημοσίων κτιρίων. Θα πρέπει να υποθέσουμε ότι με τις νέες συνθήκες υπήρξε μεταβολή στον όλο χαρακτήρα και στη δομή της πόλης, κι ότι αρκετά νέα δημόσια οικοδομήματα κτίστηκαν.

Χαρακτηριστικό το γεγονός ότι κατά τα Ελληνιστικά χρόνια ζούσαν στην Ταμασσό και Έλληνες από άλλα μέρη του αρχαίου ελληνικού κόσμου, που μάλιστα κατείχαν και τιμητικά αξιώματα όπως ο Ασπένδιος από τη Μ. Ασία.

Η Ταμασός έγινε μια από τις πρώτες χριστιανικές επισκοπικές έδρες της Κύπρου. Λαμπρή ήταν η παρουσία των δυο πρώτων επισκόπων της, του Αγίου Ηρακλειδίου και του Αγίου Μνάσωνος.

Η επισκοπή της Ταμασού αναφέρεται μέχρι τον 13ο αιώνα (με τελευταίο γνωστό επίσκοπο το Νείλο). Η ίδια η Ταμασός μνημονεύεται ως πόλη της Κύπρου μέχρι τον 10ο αιώνα. Ως τότε η πόλη ήταν ήδη παρηκμασμένη. Η εγκατάλειψη των μεταλλείων της είχε συμβάλει στην παρακμή αυτή. Αργότερα η πόλη αντικαταστάθηκε από μικρούς οικισμούς, όπως το Πολιτικόν και το Επισκοπειόν. Η ονομασία του πρώτου χωριού παραπέμπει στην αρχαία λαμπρή πόλη που αντικατέστησε, ενώ η ονομασία του δεύτερου αποτελεί ανάμνηση της παλαιάς επισκοπής της Ταμασού. Θεωρείται ότι οι οικισμοί αυτοί αποτελούν συνέχεια της παλαιάς Ταμασού, συνεπώς η κατοίκηση στην περιοχή εκείνη υπήρξε συνεχής από τα αρχαιότατα Προϊστορικά χρόνια μέχρι σήμερα.